Βουνά, και φίλοι

IMG-1651

Πρωί Δευτέρας. Όγδοη ημέρας καραντίνας, εικοστή-τρίτη (νομίζω) του λοκντάουν. Πίνω τον καφέ μου στην αυλή, στην πεζούλα, με την πλάτη μου στην ανατολή, και κοιτάω το βουνό. Ακούω πίσω μου κάτι να σαλεύει, κι είναι ο Γιάννης, με φόντο τον ήλιο που σηκώνεται, εκτυφλωτικός, στο διπλανό οικόπεδο με το παλιό λιοτρίβι, εκεί που έχει την κατσίκα με τα δυο μικρά. Διασχίζω καλπάζοντας τον κήπο, με τις κάλτσες, μέσα από χόρτα που μου φτάνουν τουλάχιστον ως τη μέση. Και φίδια να κρύβουν, δε με νοιάζει: άνθρωπος!
    «Καλημέρα!» μου φωνάζει.
    «Κάτσε να ρθω κοντά να σ’ αντικρύσω,» απαντάω. Θέλω να ριχτώ πάνω απ’ τον τοίχο και να τον αγκαλιάσω – δεν έχω δει, δεν έχω αγγίξει άνθρωπο για μια ολόκληρη εβδομάδα – αλλά τηρώ τις αποστάσεις: εκείνος απ’ τη μια μεριά της ξερολιθιάς, εγώ από την άλλη. Τον κοιτάω όπως κοιτούσα πριν το μοναστήρι στην κορυφή του βουνού, σα να ‘ναι θαύμα: άνθρωπος, φίλος μου, εν κινήσει, μπροστά στα μάτια μου, να μου μιλάει. Ψάχνει κάτι σίδερα για να φράξει το χώρο, να μην ξεφύγουν οι κατσίκες, κι εγώ τον κοιτάω.

Μετά, λίγο αργότερα, βάζω ρούχα και παπούτσια, χτυπάω μια Μετακίνηση 6, και παίρνω τα βουνά. Δεν αντέχω άλλο, είναι ανάγκη. Στο ανέβασμα, στην αρχή του μονοπατιού, κουράζομαι, πιο πολύ από κανονικά. Με πονάνε διάφορα κι η αναπνοή μου κάπου σκαλώνει στο στήθος· δε νιώθω κανονικά. Δεν ξέρω αν είναι συμπτώματα του ιού ή της νέας εξωπραγματικότητας που πάει, όσο περνάει ο καιρός, να γίνει μια νέα κανονικότητα, όπου τίποτα δεν είναι κανονικό. Έχω βάλει και τα γυαλιά μου, της μυωπίας, για να βλέπω μπροστά μην μου την πέσει καμιά οχιά, μέρες που είναι, και θολώνουν οι φακοί απ’ την προσπάθεια και τον ιδρώτα – μα ανεβαίνω. Σε λίγο θα φτάσω στο ίσιωμα και θα ‘ναι πιο εύκολη η διαδρομή.

Έχω καιρό να έρθω από δω, και οι τουρίστες της άνοιξης, οι περιπατητές με τα μπαστούνια και τους χάρτες, λείπουν κι αυτοί. Το μονοπάτι, απάτητο, χάνεται κατά τόπους μέσα στα χόρτα και τα λουλούδια, πνίγεται, αλλά εγώ εδώ αναπνέω ελεύθερα, εδώ, για πρώτη φορά μετά από μέρες, παίρνω αναπνοή. Άμα δεν ήξερες ίσως χανόσουν, μα εγώ ξέρω. Τα πόδια μου βρίσκουν από μόνα τους τα πατήματα, κι εγώ κοιτάω μπροστά, μακριά, να μη μ’ αιφνιδιάσουν οι οχιές. Δεν έχει και σήμα εδώ το κινητό, μες την κοιλάδα της Σκάφης.

Στον Άη Στάθη, ανοίγω πρώτα διάπλατα την πόρτα της εκκλησίας, να πάρει αέρα, και γράφω το όνομά μου στο βιβλίο. Μετά, με το κλειδί, κατεβαίνω στο κουζινάκι και φτιάχνω καφέ. Τον πίνω στην αυλή, στο πέτρινο τραπέζι, και κοιτάω τώρα το βουνό, το μοναστήρι του Άη Νηλιά, από αλλού. Νιώθω το σώμα μου ν’ αφήνεται στις χλιαρές πέτρες της πεζούλας, στη δροσιά του τοίχου στην πλάτη μου, στο άγγιγμα του ήλιου, όπου του δείχνω δέρμα. Λίγο και το μυαλό, το σφίξιμο στο στήθος, χαλαρώνουν. Οι σκέψεις ησυχάζουν. Δεν ξέρω από τι αναζητώ παρηγοριά – είναι πολλά, τα διάφορα που με πονάνε – αλλά, αν είναι κάπου που τη βρίσκω, είναι εδώ. Σαν καταφύγιο, το εκκλησάκι αυτό, μέσα στο δάσος απ’ τις φίδες: εδώ, η μοναξιά είναι κατ’ επιλογήν. Γι’ αυτό, μετά, για ευχαριστώ, ανάβω το καντήλι, κι ένα κερί, μοναχικό κι αυτό, στην άδεια εκκλησία.

Στα κατακάθια του καφέ, στο δεύτερο τσιγάρο, στην ησυχία του βουνού: φωνή παππού, πατήματα γαϊδάρου, αφανείς, καθώς διαπραγματεύονται – όχι και τόσο συνεργατικά – το μονοπάτι στον κατήφορο. «Ουίς! Έχεις το διάολο μέσα σου! Πάνω στο σκίνο! Οουυυ Γαμώ το σταυρό σου για ζωντανό, εν πάει από κει!» Γελάω. Μια στιγμή κανονικότητας που επιμένει, στα μονοπάτια της Σκάφης, που μπορεί ακόμα να προσποιηθεί πως δεν την άγγιξε κανένας κορονοϊός, που σ’ αφήνει να ξεχνιέσαι. Αλλά μετά, αμέσως, σκέφτομαι πως πρέπει να πλύνω το φλυτζάνι μου καλά, καλύτερα από κανονικά, και να απολυμάνω ό,τι έπιασα στην κουζίνα, και θυμάμαι: πως η κανονικότητα είναι άλλη, τώρα πια. Αφήνω ν’ απομακρυνθούν, γάιδαρος και παππούς, πριν σηκωθώ να καθαρίσω και να φύγω. Πίσω στην άλλη μοναξιά, άλλη μια μέρα καραντίνας.

Στιγμές, τότε και τώρα, πάντα. Παρηγοριά απ’ όλα αυτά που μας πονάνε, όπου τη βρίσκουμε, όπως μπορούμε. Και λίγο να ησυχάζουνε οι σκέψεις μας και ν’ αναπνέουμε ελεύθερα, στα μονοπάτια τα απάτητα και τα χιλιοπερπατημένα. Και να ξεχνιόμαστε, αλλά να μην ξεχνάμε. Ό,τι κι αν είναι το κανονικό, όπως και να κατασταλάξει: ότι είναι θαύμα πως υπάρχουνε βουνά, και φίλοι, να κοιτάμε.