Οι αγκαλιές ήτανε πάντα επικίνδυνες

Screen Shot 2020-04-03 at 10.31.16

Βγήκα έξω το βράδυ, χωρίς άδεια. Θα ‘τανε γύρω στα μεσάνυχτα. Δεν πήγα μακριά, εκατό μέτρα ως την αυλή της εκκλησίας, κι ύστερα περιφερόμουν πάνω-κάνω, γύρω-γύρω, στο σχήμα του 8, του απείρου. Σαν τα έντομα που ζαλισμένα πριν πεθάνουν, κάνουν κύκλους γύρω από τον εαυτό τους. Αλλά εγώ δεν πεθαίνω. Ζαλίζομαι στους κύκλους μου και είναι σύμπτωμα, ξεκάθαρο, πως ζω. Πως ψάχνω ακόμα κάποιο σχήμα να χωρέσω – ή να ξεφύγω.

Τί μ’ έβγαλε απ’ το σπίτι, μεσάνυχτα, με ξυπόλητα πόδια χωμένα βιαστικά σε βρώμικα παπούτσια κι ένα φούτερ πιο λεπτό απ’ ότι έπρεπε; Φυσούσε. Με τα χέρια στις τσέπες και την κουκούλα σηκωμένη, αλλά ήθελα να νιώσω τον αέρα στο μέτωπό μου, να δροσίσει, λίγο, τον πονοκέφαλο που μου αρνήθηκε τη διαφυγή του ύπνου. Συμπτώματα: τίποτα πια δεν είναι αθώο. Ο πόνος στο κεφάλι, το πιάσιμο στους μυς, βήχας του καπνιστή ή του ιού, και μία κούραση παράξενη, με όλα, κι αυτό το βάρος στο στήθος, πότε ξεκίνησε; Μακριά – απόσταση ασφαλείας. Κι οι αγκαλιές και τα φιλιά: αυτά δεν ήτανε ποτέ αθώα, ξέρετε. Το ξέρετε; Χέρια μπλεγμένα, δάχτυλα, το πρόσωπό σου να χωράει στην καμπύλη ενός λαιμού, κορμιά που φτιάχνουν νέα σχήματα – ποτέ δεν ήτανε αθώα. Αυτά που πάντα μας κρατούσαν ξάγρυπνους τα βράδια και να περιφερόμαστε στο σχήμα του απείρου, ψάχνοντας: τί;

Αυτά θα ήταν που με βγάλαν απ’ το σπίτι μες το βράδυ. Μα δε χωρούσα στην αυλή της εκκλησίας. Έκατσα λίγο στο πεζούλι, σώμα στραμμένο στο βουνό, στο μοναστήρι το θαμπό στην κορυφή του, αλλά όχι. Δεν ήταν εκεί. Κι από την εκκλησία μέσα ένα φως να τρεμοπαίζει (κάποιος φροντίζει πάντα να ανάβει το καντήλι), μα δε μπήκα. Το σκέφτηκα, να μπω ν’ ανάψω ένα κερί, να υποδυθώ ένα ρόλο που δίνει ανακούφιση σε τόσους άλλους, αλλά όχι. Δεν είναι εκεί αυτά που ψάχνω. Ένα κορμί όταν φοβάσαι τα συμπτώματα ζωής εξίσου και θανάτου, ένα κορμί αλλουνού αλλά δικό σου να σπρωχτείς απάνω του. Όσο κοντά μπορείς μέχρι να φτιάξετε άλλο σχήμα. Οι αγκαλιές που ήταν πάντα επικίνδυνες, και δεν το ξέραμε. Κι όταν μας λένε όχι, πόσο λείπουν.

Εχθές συνάντησα μια φίλη, μετά από μέρες – δεν ξέρω πόσες – καραντίνας. Αγκαλιαστήκαμε παράνομα, αποφασισμένες· με πρόσωπα στραμμένα αντίθετα, συμμετρικά, αλλά σφιχτά, τόσο σφιχτά σα να κρεμόταν η ζωή μας από μία αγκαλιά. Κι έτσι ήταν πάντα, μα δεν το ξέραμε. Ότι κρεμόμαστε ο ένας απ΄ τον άλλον, ότι κρατιόμαστε για να κρατηθούμε. Ότι κρατάμε ο ένας τον άλλον στη ζωή. Κι όσα τα λόγια και να πούμε, δεν είναι δάχτυλα μπλεγμένα. Όσο υπέροχα και παρηγορητικά, τίποτα δεν αντικαθιστά το άγγιγμα. Πόσες φορές είπαμε «έλα» αντί να πάμε, και σπαταλούσαμε αγκαλιές σα να ‘μασταν ανέκαθεν σε καραντίνα.

Κι ο έρωτας; Ποιος έρωτας; Δεν είναι αυτό το θέμα. Είναι πως είναι σύμπτωμα ζωής, είναι πως είμαστε κορμιά που τρέμουν και πονάνε από ανάγκη, επιθυμία που βιάζεται, που χρειάζεται να γίνει επαφή, όσο κοντά μπορούμε, πιο κοντά, γιατί είμαστε φτιαγμένοι για να χωράμε ο ένας μέσα στον άλλον. Για μια στιγμή, για το άπειρο – δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι να τον νιώσουμε, παντού, κι η αναπνοή μας να μπλεχτεί με την αναπνοή του άλλου. Πόσες αναπνοές ξοδέψαμε τότε που δε φοβόμασταν – θυμάστε; Δεν πάει καιρός από την άλλη μας ζωή, μέρες ακόμα (αν και δεν ξέρω πόσες, πια) που δε φοβόμασταν κι είμασταν τόσο φοβισμένοι. Και που πεθαίναμε μονάχοι μας, μες το κορμί του ο καθένας, σε απόσταση, γιατί δεν ξέραμε πως είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.

Κι ήτανε μέρες πριν, όχι πολλές, κάπου στο μεταίχμιο της άλλης μας ζωής κι αυτής που ζούμε τώρα, τότε που ν’ αγκαλιάζεσαι παράνομα ήταν αστείο ακόμα, που αγκάλιασα έναν άντρα. Που με πήρε ένας άντρας στην αγκαλιά του, που του έκανα χώρο μέσα μου να μπει, και είμασταν σώματα που σπρώχνονται τόσα κοντά που κάνουν άλλο σχήμα. Για μια στιγμή στο άπειρο, προσωρινά, ως σύμπτωμα του φόβου που πλησίαζε ή της ζωής της άλλης, πριν, που αποτραβιόταν, ή της ανάγκης της αρχαίας για λίγο κίνδυνο ή της ακόμα πιο αρχαίας που θυμάται πως πρώτα είμασταν κορμιά – δεν έχει σημασία. Ποιος έρωτας; Ποτέ δεν ήτανε το θέμα τί θα πεις και πώς, ποτέ δεν ήταν σε λόγια κι ορισμούς αυτά που ψάχνουμε όταν περιφερόμαστε μονάχοι μας τα βράδια: μόνο στιγμές που αγγίξαμε τον άλλον και μας άγγιξε, που βρέθηκαν δυο σώματα μαζί σε κάποια συνεννόηση πρωτόγονη, σε ένα τώρα που απ’ τη φύση του δε θα διαρκέσει, και δε χρειάζεται. Φτάνει που είμασταν εκεί – αν είμασταν, αν αφεθήκαμε να είμαστε. Φτάνει που βρέθηκα εκεί, σ’ εκείνο το μεταίχμιο, που αφέθηκα στην αγκαλιά ενός άντρα, που αφέθηκα να νιώσω πράγματα που ακόμα δεν τ’ αλλοίωσαν οι λέξεις· φτάνει. Γιατί – πώς δεν το ξέραμε; – τώρα που απαγορεύτηκαν οι αγκαλιές και μείναν μόνο οι λέξεις, είμαστε πιο χαμένοι από ποτέ. Γιατί όσο κι αν ψάχνουμε σε λόγια κι ορισμούς και άδειες εκκλησίες, μόνο στ’ αγγίγματα βρισκόμαστε. Κι οι αγκαλιές ήτανε πάντα επικίνδυνες: γι’ αυτό έχουν αξία.

Τί ψάχνουμε; Παρηγοριά, ασφάλεια, κάποια παρέα για να σπάει τη μοναξιά μας, σχήματα που χωράν τους φόβους μας, επιβεβαίωση πως είμαστε, υπάρχουμε, έρωτες για να δικαιολογούν τις πρώιμες ανάγκες του κορμιού μας: κάποιον να μας κρατάει. Εκεί, στο κυριολεκτικό, βρισκόμαστε. Εκεί, από πάντα, τελικά, σ’ αγγίγματα και δάχτυλα μπλεγμένα, και σε κορμιά που κάνουν σχήματα αλλόκοτα ξεχνώντας, για ένα τώρα, τα όρια τους, και σ’ αγκαλιές που δεν μπορείς να μην τις δώσεις, κι ας είναι επικίνδυνες, κι ας έχεις βήχα ή συμπτώματα από έρωτα, εκεί. Εκεί βρισκόμαστε, εκεί είναι όλα όσα ψάχνουμε. Στο να πλησιάσεις, χωρίς λόγια, κάποιον άλλον, και να τον πάρεις αγκαλιά. Να τον κρατήσεις. Όσο κρατάει η στιγμή. Έτσι κρατιόμαστε.

Ο έρωτας (κι ο βήχας) στα χρόνια του κορονοϊού

masks

Εγώ, ας πούμε, μετά από τα χρόνια εκείνα τα ανέμελα που έτρωγα κατευχαριστημένη άμμο και χώμα στις παιδικές χαρές της Αθήνας, κι έγλυφα τα παιχνίδια των άλλων παιδιών, μετά την πρώτη φορά που μου ‘πε κάποιος «μην το βάζεις αυτό το στόμα σου», αποφάσισα να είμαι υποχόνδρια. Κι αν κάποιος ήταν άρρωστος, έφτανε μόνο να μου το πει για να αρχίσουν τα συμπτώματα. Ήταν η πρώτη μου μάσκα αυτή κι ύστερα, σύντομα, φόρεσα και την άλλη, την «δεν είμαστε έτσι εμείς, δε φερόμαστε έτσι». Κι έτσι, μεταμφιεσμένη, άρχισα να διασχίζω το τοπίο της ενήλικης ζωής· έτσι, μεταμφιεσμένη, να διαπραγματεύομαι τις σχέσεις μου με τους άλλους. Κι αν ήξερα ότι ήταν κάτι που με κρύβει – όχι πέπλα μυστηρίου αλλά μάσκα αποπνικτική – αν ήξερα πως φορούσα κάτι που με σταματάει απ’ το ν’ αγγίξω τα πράγματα γυμνή, δε μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορούσα, όπως το έβαλα, να το βγάλω.

Κι έρχεται τώρα ένας κορονοϊός κι έχουμε κι άλλη δικαιολογία να φορέσουμε τις μάσκες και να κουκουλωθούμε. Να εξετάζουμε με καχυποψία τους γύρω μας για συμπτώματα, κι αν κάποιος φταρνίζεται στα 30 μέτρα να πεταγόμαστε πανικόβλητοι μακριά. Πλοία, τρένα, αεροπλάνα; Πλατείες και μαγαζιά; Να βγεις στο δρόμο και να βήχει κανας μαλάκας δίπλα σου, και να μη φοράει μάσκα; Γάμα το, θα μείνω σπίτι. Θα κλείσω τις πόρτες και θα μπω στο Facebook· δεν κινδυνεύω εκεί.

Μεταμφιεσμένοι είμαστε, όχι προστατευμένοι. Δεν προστατεύουν οι μάσκες από τίποτα, κι όμως τις φοράμε όλοι, και δεν πιάνουμε τα πράγματα με τα χέρια, δεν τα βάζουμε στο στόμα μας. Και σ’ αυτά τα χρόνια της δήθεν απελευθέρωσης, της τρομαχτικής αμεσότητας της επαφής με όλους και με όλα, πάντα και παντού, της εν δυνάμει δυνατότητας να είμαστε αληθινοί με όρια μόνο τα δικά μας, ο καθένας, είμαστε πιο κρυμμένοι από ποτέ. Φτιάχνουμε ένα προφίλ στο Facebook και προσποιούμαστε τη ζωή όπως τη θέλουμε, αντί να βρίσκουμε τους τρόπους να τη ζούμε. Υποδυόμαστε έναν εαυτό κι έχουμε χάσει πια το ένστικτο του να είμαστε. Το θάρρος. Τις ανταμοιβές. Μες το κουτάκι μας που ελέγχουμε τί βγαίνει προς τα έξω, προστατευμένοι, δήθεν, απ’ τον κίνδυνο της έκθεσης σε πράγματα που μας φοβίζουν. Κι αντίστοιχα, τί μπαίνει; Τίποτα αξίας, τίποτα αληθινό, χιλιοφιλτραρισμένα λόγια κι εμείς, κατευχαριστημένοι, να αναμασούμε εμπειρίες άνοστες πια, νιώθοντας ευγνώμονες σε κάποια τοποθεσία, απομακρυσμένοι, με τις μάσκες μας δεμένες σφιχτά. Κι έχουμε ξεχάσει τη χαρά του ν’ ακούς τη φωνή του άλλου στο τηλέφωνο, να βάζεις πράγματα στο στόμα σου για να τα δοκιμάσεις, να γλείφεις τα άλλα παιδάκια για να δεις τί γεύση έχουν.

Έκανα χτες μία συζήτηση για το φόβο, εκείνον τον κάλο, που σε κρατάει σε εγρήγορση, που όντως σε προστατεύει· να μην ξεχνιέσαι, να ξέρεις που είναι τα όριά σου. Γιατί είναι άλλο η επίγνωση του κινδύνου που σε αφήνει ελεύθερο να ρισκάρεις, κι άλλο ο φόβος που σε καθηλώνει. Άλλο ο κίνδυνος κι άλλο το ρίσκο. Άλλο να φοβάσαι, κι άλλο να ζεις με φόβο, εγκλωβισμένος μέσα στα όριά του. Κινδυνεύουμε: από το βήχα, από τον έρωτα, από όλα αυτά που αν τα θελήσουμε θα εκτεθούμε, αν τ’ αποκτήσουμε μπορεί και να τα χάσουμε, από απρόσμενες απειλές καθώς παίζουμε ανέμελα με τ’ άλλα παιδάκια στην παιδική χαρά. Είμαστε πάντα εκτεθειμένοι, όσο και να κρυβόμαστε. Δεν υπάρχει προστασία. Από τα πάντα, τίποτα.

Εγώ, ας πούμε, αποφάσισα μια μέρα να μην είμαι πια υποχόνδρια. Κι όταν μου λένε, τώρα, «μη με πλησιάζεις, είμαι άρρωστος», απαντάω, «καλά, δε θα σε γλείψω», και τους πλησιάζω όσο θέλω εγώ. Αποφάσισα να βγάλω τη μάσκα μου – όχι μονομιάς, αλλά δειλά-δειλά την κατέβαζα ώσπου πήρα αναπνοή, ώσπου άρχισα να αναπνέω χωρίς φίλτρα, και να αγγίζω τα πράγματα γυμνή. Και δεν έπαθα τίποτα εκτός από τα πάντα, όλα αυτά που φοβόμουν, που τα κρατούσα σε απόσταση – τα πήρα μέσα μου, τα άφησα να μπουν. Δεν έπαθα τίποτα. Και δε λέω πως δε φοβάμαι πια, πάντα θα φοβάμαι· είναι πολλά που με φοβίζουν και με κρατούν σε εγρήγορση. Αλλά όχι ο βήχας. Όχι ο έρωτας. Πιο πολύ αυτά που δεν άφηνα να με αγγίξουν τόσα χρόνια για να μην εκτεθώ, πιο πολύ. Δε λέω πως θ’ αρχίσω να γλείφω Κινέζους που βήχουν αλλά, κατά τ’ άλλα, ναι: τα πιάνω όλα με τα χέρια, τα βάζω στο στόμα μου για να τα νιώσω, για να τα γευτώ. Κι αν αυτό σας παραπέμπει στο πονηρό: δεν ήτανε τυχαίο. Ας μην προσποιούμαστε· όλοι τα ίδια θέλουμε, κάτω απ’ τις μάσκες. Κι εν τέλει, όπως είπε κι ο Πανούσης που μεταμφιεζόταν συνεχώς για να μας θυμίσει ποιοι είμαστε, «γαμάτε, γιατί χανόμαστε».


Φωτογραφία: Eric Risberg / Associated Press (LA Times)