Δεν είναι άδειες οι εκκλησίες

IMG-2585

Μεγάλη Παρασκευή, κι οι καμπάνες της μ’ αρέσουν. Οι καμπάνες της οι πένθιμες που υποβάλλουν στη μέρα το ρυθμό της και σε μένα μια παράξενη παρηγοριά. Όχι, παρηγοριά είναι η λάθος λέξη, δεν είναι ακριβώς αυτό, δε νιώθω πιο ανάλαφρη που τις ακούω. Κάτι αλλιώτικο είναι, σαν αλληλεγγύη. Οι καμπάνες οι πένθιμες που δίνουν στη μέρα τον τόνο, και τα πράγματα που πενθώ εγώ μέσα μου: ταιριάζουν. Για μια φορά, εγώ κι οι εκκλησίες είμαστε μαζί. Βαριές, βεβαρυμμένες απ’ τις απουσίες· όχι άδειες, κι ας μοιάζουμε, αλλά γεμάτες από αυτά που θα ‘πρεπε να μας γεμίζουν, το αρνητικό τους σχήμα, κι από τις προσδοκίες μας για το τι σημαίνουν οι συναθροίσεις αυτές. Επιθυμίες και ελλείψεις. Πίστη: ένα καντήλι που προσπαθεί να μη σβήσει, που προσπαθεί να κρατηθεί. Όπως κι εγώ. Όπως και όλοι μας. Το φως που τρεμοπαίζει μέσα μας.

Στο facebook, εντωμεταξύ, βίντεο με έξαλλους παπάδες να φωνάζουν πως όλα είναι μία πλάνη, μια συνωμοσία για να κρατήσουν τους πιστούς μακριά απ’ τις εκκλησίες, «για μια γρίπη». Και άνθρωποι, νοήμονες κατά τ’ άλλα, να επιμένουν πως η Θεία Κοινωνία δεν μεταδίδει τον ιό. Μην είστε πρόβατα κλεισμένα στο μαντρί, μην τους πιστεύετε, τους ειδικούς, τις κυβερνήσεις. Όσοι πιστοί προσέλθετε, το ποίμνιο του Χριστού. Κι αν ο Χριστός ήταν βοσκός κι εμείς τα πρόβατά του, θα μας οδηγούσε να πιούμε από μολυσμένο πηγάδι; Αυτό είναι πίστη; Αυτό είναι η πίστη μας, πρόβατα της θυσίας; Και τόσο εύθραυστη που χρειάζεται να την τυλίξουμε σε τόσες τελετουργίες για να μη σπάσει; Νοήμονες, κατά τ’ άλλα, ν’ αποδεικνύετε την πίστη σας με δυσπιστία. Η πίστη δε ζητάει αποδείξεις, εξ ορισμού. Και κατά τ’ άλλα; Τι άλλο έχει, εκτός απ’ αυτό που ζούμε; Δεν είναι πίστη αυτό: είναι αλαζονεία.

Αλλά ούτε κι οι εκκλησίες είναι άδειες, μην τους πιστεύετε. Είναι γεμάτες από εμάς, τις προσευχές μας, τα κεριά που ανάβουμε, την παρηγοριά που μας δίνουν τα λόγια των ψαλμών κι ο γλυκός, υπνωτικός ρυθμός τους, τη μυρωδιά απ’ το λιβάνι που μας ταξιδεύει σ’ όποια κατάνυξη ζητάει ο καθένας. Όλα είναι εκεί, όπως κι εμείς, όσοι θέλουμε, κι ας μην είμαστε. Κι η φλόγα απ’ το καντήλι, το φως, είναι μέσα μας. Πάντα μέσα μας ήταν. Η κοινωνία, η Θεία και η ανθρώπινη: μέσα μας κι αυτή. Όπου κι αν είμαστε, μπορούμε να ‘μαστε μαζί, κι ας μην είμαστε. Κι οι εκκλησίες, ως οίκοι του Θεού, είναι για να μας γεμίζουν, πιο πολύ από ότι είναι για να τις γεμίζουμε εμείς. Αλλού καλούμαστε να προσέλθουμε.

Όσοι πιστοί μείνετε σπίτι σας. Κάντε εκεί τον οίκο του Θεού. Δε χρειάζεστε τελετουργίες, δεν τις χρειαζόμασταν ποτέ. Δε χρειάζεται να αποδείξετε τίποτα σε κανέναν. Μόνο να μην αφήσετε τη φλόγα σας να σβήσει· μόνο αυτό ζητάει η πίστη από μας.

Βουνά, και φίλοι

IMG-1651

Πρωί Δευτέρας. Όγδοη ημέρας καραντίνας, εικοστή-τρίτη (νομίζω) του λοκντάουν. Πίνω τον καφέ μου στην αυλή, στην πεζούλα, με την πλάτη μου στην ανατολή, και κοιτάω το βουνό. Ακούω πίσω μου κάτι να σαλεύει, κι είναι ο Γιάννης, με φόντο τον ήλιο που σηκώνεται, εκτυφλωτικός, στο διπλανό οικόπεδο με το παλιό λιοτρίβι, εκεί που έχει την κατσίκα με τα δυο μικρά. Διασχίζω καλπάζοντας τον κήπο, με τις κάλτσες, μέσα από χόρτα που μου φτάνουν τουλάχιστον ως τη μέση. Και φίδια να κρύβουν, δε με νοιάζει: άνθρωπος!
    «Καλημέρα!» μου φωνάζει.
    «Κάτσε να ρθω κοντά να σ’ αντικρύσω,» απαντάω. Θέλω να ριχτώ πάνω απ’ τον τοίχο και να τον αγκαλιάσω – δεν έχω δει, δεν έχω αγγίξει άνθρωπο για μια ολόκληρη εβδομάδα – αλλά τηρώ τις αποστάσεις: εκείνος απ’ τη μια μεριά της ξερολιθιάς, εγώ από την άλλη. Τον κοιτάω όπως κοιτούσα πριν το μοναστήρι στην κορυφή του βουνού, σα να ‘ναι θαύμα: άνθρωπος, φίλος μου, εν κινήσει, μπροστά στα μάτια μου, να μου μιλάει. Ψάχνει κάτι σίδερα για να φράξει το χώρο, να μην ξεφύγουν οι κατσίκες, κι εγώ τον κοιτάω.

Μετά, λίγο αργότερα, βάζω ρούχα και παπούτσια, χτυπάω μια Μετακίνηση 6, και παίρνω τα βουνά. Δεν αντέχω άλλο, είναι ανάγκη. Στο ανέβασμα, στην αρχή του μονοπατιού, κουράζομαι, πιο πολύ από κανονικά. Με πονάνε διάφορα κι η αναπνοή μου κάπου σκαλώνει στο στήθος· δε νιώθω κανονικά. Δεν ξέρω αν είναι συμπτώματα του ιού ή της νέας εξωπραγματικότητας που πάει, όσο περνάει ο καιρός, να γίνει μια νέα κανονικότητα, όπου τίποτα δεν είναι κανονικό. Έχω βάλει και τα γυαλιά μου, της μυωπίας, για να βλέπω μπροστά μην μου την πέσει καμιά οχιά, μέρες που είναι, και θολώνουν οι φακοί απ’ την προσπάθεια και τον ιδρώτα – μα ανεβαίνω. Σε λίγο θα φτάσω στο ίσιωμα και θα ‘ναι πιο εύκολη η διαδρομή.

Έχω καιρό να έρθω από δω, και οι τουρίστες της άνοιξης, οι περιπατητές με τα μπαστούνια και τους χάρτες, λείπουν κι αυτοί. Το μονοπάτι, απάτητο, χάνεται κατά τόπους μέσα στα χόρτα και τα λουλούδια, πνίγεται, αλλά εγώ εδώ αναπνέω ελεύθερα, εδώ, για πρώτη φορά μετά από μέρες, παίρνω αναπνοή. Άμα δεν ήξερες ίσως χανόσουν, μα εγώ ξέρω. Τα πόδια μου βρίσκουν από μόνα τους τα πατήματα, κι εγώ κοιτάω μπροστά, μακριά, να μη μ’ αιφνιδιάσουν οι οχιές. Δεν έχει και σήμα εδώ το κινητό, μες την κοιλάδα της Σκάφης.

Στον Άη Στάθη, ανοίγω πρώτα διάπλατα την πόρτα της εκκλησίας, να πάρει αέρα, και γράφω το όνομά μου στο βιβλίο. Μετά, με το κλειδί, κατεβαίνω στο κουζινάκι και φτιάχνω καφέ. Τον πίνω στην αυλή, στο πέτρινο τραπέζι, και κοιτάω τώρα το βουνό, το μοναστήρι του Άη Νηλιά, από αλλού. Νιώθω το σώμα μου ν’ αφήνεται στις χλιαρές πέτρες της πεζούλας, στη δροσιά του τοίχου στην πλάτη μου, στο άγγιγμα του ήλιου, όπου του δείχνω δέρμα. Λίγο και το μυαλό, το σφίξιμο στο στήθος, χαλαρώνουν. Οι σκέψεις ησυχάζουν. Δεν ξέρω από τι αναζητώ παρηγοριά – είναι πολλά, τα διάφορα που με πονάνε – αλλά, αν είναι κάπου που τη βρίσκω, είναι εδώ. Σαν καταφύγιο, το εκκλησάκι αυτό, μέσα στο δάσος απ’ τις φίδες: εδώ, η μοναξιά είναι κατ’ επιλογήν. Γι’ αυτό, μετά, για ευχαριστώ, ανάβω το καντήλι, κι ένα κερί, μοναχικό κι αυτό, στην άδεια εκκλησία.

Στα κατακάθια του καφέ, στο δεύτερο τσιγάρο, στην ησυχία του βουνού: φωνή παππού, πατήματα γαϊδάρου, αφανείς, καθώς διαπραγματεύονται – όχι και τόσο συνεργατικά – το μονοπάτι στον κατήφορο. «Ουίς! Έχεις το διάολο μέσα σου! Πάνω στο σκίνο! Οουυυ Γαμώ το σταυρό σου για ζωντανό, εν πάει από κει!» Γελάω. Μια στιγμή κανονικότητας που επιμένει, στα μονοπάτια της Σκάφης, που μπορεί ακόμα να προσποιηθεί πως δεν την άγγιξε κανένας κορονοϊός, που σ’ αφήνει να ξεχνιέσαι. Αλλά μετά, αμέσως, σκέφτομαι πως πρέπει να πλύνω το φλυτζάνι μου καλά, καλύτερα από κανονικά, και να απολυμάνω ό,τι έπιασα στην κουζίνα, και θυμάμαι: πως η κανονικότητα είναι άλλη, τώρα πια. Αφήνω ν’ απομακρυνθούν, γάιδαρος και παππούς, πριν σηκωθώ να καθαρίσω και να φύγω. Πίσω στην άλλη μοναξιά, άλλη μια μέρα καραντίνας.

Στιγμές, τότε και τώρα, πάντα. Παρηγοριά απ’ όλα αυτά που μας πονάνε, όπου τη βρίσκουμε, όπως μπορούμε. Και λίγο να ησυχάζουνε οι σκέψεις μας και ν’ αναπνέουμε ελεύθερα, στα μονοπάτια τα απάτητα και τα χιλιοπερπατημένα. Και να ξεχνιόμαστε, αλλά να μην ξεχνάμε. Ό,τι κι αν είναι το κανονικό, όπως και να κατασταλάξει: ότι είναι θαύμα πως υπάρχουνε βουνά, και φίλοι, να κοιτάμε.

Να κρατάμε ο ένας τον άλλον χωρίς να κρατιόμαστε.

Screen Shot 2020-04-11 at 11.48.43

Μόλις έστειλα μήνυμα στον πρώην μου τον Μ, στο Λονδίνο: «Όταν τελειώσουν όλα αυτά, θέλω να μπεις στο αεροπλάνο και να έρθεις εδώ και να με πάρεις αγκαλιά.» Έξι η ώρα το πρωί εκεί, κι όμως απάντησε σχεδόν αμέσως, «έτσι θα γίνει». Ο άνθρωπος που, όταν είμασταν μαζί κι όλα τα χρόνια που τον ξέρω, δεν απαντούσε σχεδόν ποτέ, σε τίποτα. Όχι γιατί δε μ’ αγαπούσε – αντιθέτως. Μ’ αγαπάει ακόμα, κι εγώ εκείνον, αλλά έτσι είναι. Δε μπορεί καν να σου πει αν θέλει να φάει την ώρα που ανακατεύεις το φαΐ στην κατσαρόλα με την ξύλινη κουτάλα, και το στομάχι του γουργουρίζει. Πόσο μάλλον να προγραμματίσει, έστω και στο θεωρητικό, μια αγκαλιά σε άλλη χώρα, σε κάποιο χρόνο αόριστο, όταν. Κι όμως: αλλάζουμε. Αυτές οι μέρες μας αλλάζουν όλους. Κι αναρωτιέμαι, όλο και περισσότερο, πώς θα ‘μαστε, ποιοι θα ‘μαστε, όταν τελειώσουν όλα αυτά. Τέτοια σκέφτομαι.

Λένε πως είναι σύνηθες φαινόμενο στις μέρες μας, να ψάχνουμε τους πρώην μας. Αλλά εγώ κι ο Μ πάντα μιλούσαμε, δεν είναι σύμπτωμα του κορονοϊού. Κι ούτε ήταν κάποιο ιντερνετικό εξ αποστάσεως booty call («καύλες» το λέμε στα ελληνικά, υποθέτω), για το μετά. Δε λέω πως δε σκέφτομαι το σεξ· το σκέφτομαι συνέχεια. Δεν ήμουν έτσι, άλλαξα. Εγώ, που μέχρι πρότινος δε μ’ ένοιαζε, που άνετα περνούσα μήνες χωρίς να το σκεφτώ – άμα με δείτε, ξαφνικά, να χάνομαι, είναι που σκέφτομαι το σεξ: σώματα γυμνά σε περιπτύξεις, πρόσωπα κοντά το ένα στο άλλο, χωρίς φόβο, χωρίς σκέψη. Χωρίς λόγια, τα βαρέθηκα: το σώμα μου ζητάει σώματα για να συνδιαλλαγεί. Στον καιρό της απόστασης, θέλω δέρμα με δέρμα. Πάθη που δεν εκφράζονται με λέξεις.

Αλλά δεν είναι έτσι με τον Μ. Άμα βρεθούμε πότε ξανά μαζί, ερωτικά, θα ‘ναι παρηγοριά και ανακούφιση, μια πράξη νοσταλγίας, σα να γυρνάς, περαστικός, σ’ ένα παλιό λημέρι. Όχι να επιστρέψεις, μα να περάσεις μόνο, να το δεις, για να θυμάσαι πως υπήρξε. Για να θυμάσαι πως υπήρξες, κάποτε, εκεί· ποιος ήσουν τότε, πόσο άλλαξες. Άμα βρεθούμε με τον Μ, αυτό θα είναι. Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω από κείνον σήμερα, δεν είναι αυτό που του ζητάω, και το ξέρει. Είμαστε εκπαιδευμένοι, εγώ κι ο Μ. Από παλιά, προ-κορονοϊού, ξέραμε τι σημαίνουν οι αγκαλιές. Όταν χανόμασταν, στο μονοπάτι του ο καθένας, όταν τα λόγια δε μπορούσανε να πουν «χανόμαστε, μα σ’ αγαπάω», βρισκόμασταν σε αγκαλιές. Ξέρει τι του ζητάω. Να κρατιόμαστε, χωρίς να κρατάμε ο ένας τον άλλον.

Πόσες διαφορετικές αγκαλιές υπάρχουν; Τέτοια σκέφτομαι αυτές τις μέρες. Και το σεξ. Το σεξ, τον έρωτα, το πάθος. Το χωρίς παρελθόν και μέλλον, το χωρίς λογική, το χωρίς διαπραγματεύσεις – μόνο συναίσθημα και σώματα σε περιπτύξεις, χέρια και στόματα παντού, βαριές αναπνοές. Και λέξεις μόνο της στιγμής: σε θέλω, έτσι, κι άλλο. Κι ύστερα ιδρώτας και σιωπή και να θυμάσαι πως υπάρχεις. Πόσο δεν το ‘χα εκτιμήσει τόσα χρόνια, που το ‘κανα μηχανικά καμιά φορά, καμιά φορά απλά για να το κάνω, ή για να πω στους φίλους μου μετά την ιστορία, ή και γιατί βαριόμουνα να πω ότι βαριέμαι. Και με αγάπη ακόμα, εκεί που σμίγεις με τον άλλον και το λέτε «κάνω έρωτα», πόσες φορές το ένιωσα στ’ αλήθεια; Πόσες φορές αφέθηκα στο σώμα μου, πόσες φορές αφέθηκα στον άλλον, ολοκληρωτικά, και στη στιγμή, πόσες φορές το ένιωσα παντού, τον έρωτα, το πάθος, την ανάγκη, το «σε θέλω τώρα» και δε γαμιέται το μετά; Μετά σιωπή, μα τώρα γάμησέ με. Και δε ζητάω συγνώμη για τις λέξεις: είμαστε άλλοι όταν γαμιόμαστε, αλλιώς, κι όπως και να το πεις, εκεί βρισκόμαστε: στον έρωτα, στο πήδημα, στο σεξ. Εκεί είναι που υπάρχουμε, που το θυμόμαστε στο σώμα μας, ξεχνώντας όλα τ’ άλλα. Επιβεβαίωση, για μια στιγμή, πως ζεις, πως είσαι εδώ κι αγγίζεις κάποιον άλλον – πώς αλλιώς; Τι άλλο στίγμα αφήνουμε στον κόσμο όταν περνάμε; Μελανιές, γρατζουνιές σε σώματα, λεκέδες στα σεντόνια. Ν’ αφήνεσαι για να βρεθείς: τόσο απλό και τόσο δύσκολο. Να κρατάμε ο ένας τον άλλον χωρίς να κρατιόμαστε.

Κι εγώ, που τόσα χρόνια σπαταλούσα το κορμί μου, βρήκα τον κορονοϊό, τις μέρες τις απόστασης, για να καταλάβω πόσο χρειάζομαι το άγγιγμα; Τέτοια σκέφτομαι, μα μην το ψάχνετε πολύ: όλοι μ’ ένα γαμήσι ξεκινήσαμε, κι εκεί τελειώνουμε. Και στο ενδιάμεσο, κι όταν τελειώσουν όλα αυτά, όποιοι κι αν είμαστε, μετά, να το θυμόμαστε. Να νιώθουμε τα πάντα και παντού και να το λέμε, και να ζητάμε αγκαλιές και να τις δίνουμε, να μην κρατιόμαστε μα να κρατάμε ο ένας τον άλλον σφιχτά για να βρισκόμαστε εκεί που χάνονται οι λέξεις, και ν’ αφηνόμαστε σε έρωτες και πάθη και λεκέδες και σ’ όλα τα παράλογα, χωρίς διαπραγματεύσεις, και να γαμιόμαστε χωρίς συγνώμη. Να αγαπιόμαστε, με όποιον τρόπο ξέρει ο καθένας. Κι εγώ, που βρήκα τώρα ξαφνικά να θυμηθώ ότι υπάρχω, όταν τελειώσουν όλα αυτά και χάνομαι, μη με ψάξετε: θα ‘ναι που θα ‘χω πάει να γαμηθώ.

Καρτ ποστάλ από την καραντίνα

postcard

Μια και έχω γίνει ήδη τόσο γραφική που σε λίγο θα με βάλουνε σε καρτ ποστάλ και θα με πουλάνε στα σοκάκια της Πλάκας, ας συνεχίσω.

1) Αντιλαμβάνομαι ότι το θέμα της «μόνιμης» κατοικίας και του πού ανήκει ο καθένας δεν είναι απλό. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν το μισό χρόνο εδώ και τον άλλο μισό εκεί· υπάρχουν οικογένειες χωρισμένες από ανάγκη, που περιμένουν τις γιορτές για να σμίξουν. Υπάρχουν χίλιες δυο περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο «είμαι παπάρας και γουστάρω να πάω στο εξοχικό μου», και κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις θεωρεί τον εαυτό της εξαίρεση: ναι μεν, αλλά· ναι, οι άλλοι, αλλά όχι εμείς. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ανήκετε στο νησί ή στο χωριό· κανείς δεν αμφισβητεί ούτε τα δικαιώματα ούτε τις επιθυμίες σας ούτε το δέσιμό σας με κάποιον τόπο. Το ερώτημα, αυτές τις μέρες, είναι εάν είναι απολύτως ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ να μετακινηθείτε. Κι ως απαραίτητο πλέον ορίζεται η περίπτωση που ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΛΛΙΩΣ, που υπάρχει επείγουσα ανάγκη να μετακινηθείτε. ΑΝΑΓΚΗ: δηλαδή, πρέπει οπωσδήποτε να ταξιδέψετε από την επαρχία στην πόλη για ιατρικούς λόγους, ή έχετε βρεθεί κάπου όπου δεν μπορείτε να παραμείνετε και πρέπει να γυρίσετε στο σπίτι σας. Οτιδήποτε άλλο ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ. Κι η ανάγκη να βρεθείτε στον τάδε τόπο που αγαπάτε, μαζί με τους κοντινούς σας ανθρώπους, είναι μεν σεβαστή (και ιδιαίτερα έντονη υπό τις τρέχουσες συνθήκες), αλλά δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Δεν υπάρχουν «άλλοι». Δεν υπάρχει «ναι μεν, αλλά». Δεν υπάρχουν επιχειρήματα. Κι ούτε γιορτές υπάρχουν στις μέρες που ζούμε. Θα γιορτάσουμε μετά, όταν θα έχουμε κάτι να γιορτάσουμε. Αυτή τη στιγμή ακροβατούμε στην άκρη ενός γκρεμού κι αυτά τα μέτρα, τα σκληρά, τα ακατανόητα, τα υπερβολικά, είναι μια μπάρα ασφαλείας για να μην πέσουμε, είναι μια φωτεινή επιγραφή κινδύνου που αναβοσβήνει: κάντε πίσω. Κι εμείς τι κάνουμε; Πηδάμε πάνω από τη μπάρα. Πάμε και ριχνόμαστε απ’ το γκρεμό και παίρνουμε και άλλους μαζί μας. Και δεν έχει διχτάκι στα νησιά να μας πιάσει για να σωθούμε. Έχει μικρά κέντρα υγείας που λειτουργούν, κυρίως, με προσευχές: μην πέσετε. Έχει ελικόπτερο που ΙΣΩΣ έρθει εγκαίρως, αν δεν είναι αλλού. Έχει πλοία, σποραδικά, που ΙΣΩΣ ταξιδέψουν, αν δεν έχει μποφόρ. Κι εμείς ριχνόμαστε, ποντάροντας στο ίσως; Κάντε πίσω. Κάντε υπομονή. Δείξτε την αγάπη σας αλλιώς. Είναι σκληρό, ναι, αλλά αναγκαίο. Δεν διακυβεύεται το πού ανήκετε. Δε διακυβεύονται τα δικαιώματά σας, ούτε η σύνδεσή σας, η αδιαμφισβήτητη, με το νησί. Αυτά είναι ασφαλή, δεν κινδυνεύουν. Κινδυνεύουμε εμείς, όλοι, ανεξαιρέτως· διακυβεύεται η ασφάλεια και η υγεία μας. Και θα το πω για άλλη μια φορά, η γραφική, για τις καμπάνες που χτυπάνε πένθιμα σε άδειες εκκλησίες. Για να μη θρηνήσουμε αντί να γιορτάσουμε: κάντε πίσω.

2) Το «δεν έχουμε κρούσματα εδώ» είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αφελές. Στη χειρότερη επικίνδυνο. Γιατί δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, κανονικότητας, που όλοι την έχουμε ανάγκη, αλλά δε μας εξυπηρετεί και δε μας προστατεύει. Όσο επιμένουμε να λειτουργούμε στο πλαίσιο «δεν τρέχει τίποτα» και να μη σεβόμαστε τα μέτρα προστασίας, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος και η ανάγκη επιβολής των μέτρων. Είναι μονόδρομος που οδηγεί στο «έχουμε» – άλλο ένα ρεπορτάζ: «ΚΡΟΥΣΜΑ ΣΤΗ ΣΙΦΝΟ» – και στην εκ των υστέρων κατανομή ευθυνών. Με λογική, με ψυχραιμία, καταλάβετέ το: κρούσματα υπάρχουν, υπάρχουν φορείς. Το μόνο που σημαίνει το «δεν έχουμε» είναι ότι είμαστε τυχεροί, ως τώρα, και δεν έχει νοσήσει κανένας σοβαρά. Το μόνο που σημαίνει είναι ότι δεν έχουμε ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΜΕΝΑ κρούσματα, και τα αντίστοιχα ρεπορτάζ, γιατί στα νησιά, ελλείψει υποδομών για διάγνωση και περίθαλψη, τα μόνο κρούσματα που επιβεβαιώνονται είναι αυτά που μεταφέρονται επειγόντως στην Αθήνα. Τα σοβαρά, τα κατευθείαν στην εντατική. Καταλάβετέ το: δεν είμαστε ανέγγιχτοι από τον ιό. Κι όχι δεν τρέχει τίποτα: τρέχει. Κυκλοφορεί ανάμεσά μας, σε ανθρώπους ασυμπτωματικούς, που όμως παραμένουν φορείς, σε ανθρώπους με ήπια συμπτώματα που, από φόβο ή το αντίθετο του φόβου, δεν έχουν δώσει σημασία και συνεχίζουν να κυκλοφορούν σα να μην τρέχει τίποτα. Ή σαν κι εμένα, που νιώθω κάποιες μέρες κάτι περίεργο στο σώμα μου κι επειδή δεν είμαι σίγουρη, επειδή δεν μπορώ να ξέρω, έχω κλειστεί στο σπίτι, σε καραντίνα, ώσπου να νιώσω καλύτερα ή χειρότερα. Δε μ’ αρέσει, δεν περνάω καλά. Είμαι μόνη μου, βαριέμαι, και είναι στιγμές που είμαι φοβισμένη. Αλλά επειδή δεν ξέρω, κάνω το μόνο που μπορώ, κι ακούω αυτούς που ξέρουν κάτι περισσότερο. Κι ας μη μ’ αρέσει. Γιατί – Σωκρατικώς – το μόνο που ξέρουμε, το μόνο που μπορούμε να ξέρουμε, είναι ότι δεν ξέρουμε: τι σκατά κάνει αυτός ο ιός, πως συμπεριφέρεται στον κάθε οργανισμό. Γιατί, τεκμηριωμένα, και σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των φορέων παρουσιάζει βήχα και πυρετό, υπάρχουν κι άλλα συμπτώματα, ήπια, ύπουλα. Κούραση, πονοκέφαλος, πόνος στο σώμα. Διάρροια, αρκετά συχνά. Συμπτώματα που μπορεί να οφείλονται σε οτιδήποτε και που μάλλον θα τα αγνοούσαμε, υπό κανονικές συνθήκες. Αλλά οι συνθήκες δεν είναι κανονικές: αυτό, τουλάχιστον, το ξέρουμε, κι ας διατηρούμε την ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Και θα ήταν καλό να αναλάβουμε όλοι τώρα τις ευθύνες μας αντί να ψάχνουμε τον φταίχτη εκ των υστέρων, και να καταλάβουμε, τώρα, πως κάτι τρέχει, και να σταματήσουμε να τρέχουμε πάνω-κάτω, αντί να περιμένουμε το επιβεβαιωμένο κρούσμα για να το καταλάβουμε, βίαια, μια και καλή, και να τρέχουμε και να μη φτάνουμε πουθενά (εκτός απ’ την εντατική, ίσως. Αν έρθει το ελικόπτερο εγκαίρως). Να καταλάβουμε την τύχη μας και να τη διαφυλάξουμε. Χωρίς πανικό: με λογική, με ψυχραιμία. Θα ήταν καλό. Όλα τα άλλα σενάρια, όχι.

Και στο τελείως προσωπικό, για τέλος: θέλω τη μαμά μου. Θέλω την αδελφή μου. Θα θελα να ‘ρθουν, όπως κάθε χρόνο, για τις γιορτές, και να καθόμαστε μαζί στον καναπέ, η μία πάνω στην άλλη, και να τσακωνόμαστε για το πού θα φάμε την Κυριακή του Πάσχα κι αν θα φτιάξουμε μαγειρίτσα και ποιος θα καθαρίσει τα έντερα. Θα θελα να ‘ταν εδώ η μαμά μου τώρα, να μου προσφέρει σούπες που δε θέλω να φάω και φρούτα που δεν τρώω ποτέ, καθώς περνάω ώρες ατελείωτες ξαπλωμένη στον καναπέ, περιμένοντας να δω αν θα χειροτερέψω. Θα θελα να ‘ταν όλοι εδώ, αυτοί που αγαπάω, ώστε να μην ανησυχώ, δεκαεφτά φορές τη μέρα, για το πού είναι κι αν είναι καλά, εκεί στις πόλεις και στις πολυκατοικίες που κρύβονται και περιμένουν, κι άμα φοράνε μάσκα όταν πάνε στο σουπερμάρκετ κι άμα προσέχουν, κι άμα φοβούνται, όπως εγώ. Θα θελα, μα δεν είναι. Θα θελα, μα τους είπα απ’ την αρχή, πριν ξεκινήσουν καν τα μέτρα και οι περιορισμοί, να μην έρθουν. Είναι σκληρό, και είναι δύσκολο, για όλους μας. Κι είναι τελείως φυσικό ν’ αντιστεκόμαστε και να μας φαίνονται τα μέτρα υπερβολές, όταν παλεύουμε μ’ έναν αόρατο εχθρό. Αλλά καλύτερα να μην τον δούμε. Είναι σκληρό, αλλά αντέχουμε. Για να έχουμε κάτι να γιορτάσουμε μετά, υπομονή.

Οι αγκαλιές ήτανε πάντα επικίνδυνες

Screen Shot 2020-04-03 at 10.31.16

Βγήκα έξω το βράδυ, χωρίς άδεια. Θα ‘τανε γύρω στα μεσάνυχτα. Δεν πήγα μακριά, εκατό μέτρα ως την αυλή της εκκλησίας, κι ύστερα περιφερόμουν πάνω-κάνω, γύρω-γύρω, στο σχήμα του 8, του απείρου. Σαν τα έντομα που ζαλισμένα πριν πεθάνουν, κάνουν κύκλους γύρω από τον εαυτό τους. Αλλά εγώ δεν πεθαίνω. Ζαλίζομαι στους κύκλους μου και είναι σύμπτωμα, ξεκάθαρο, πως ζω. Πως ψάχνω ακόμα κάποιο σχήμα να χωρέσω – ή να ξεφύγω.

Τί μ’ έβγαλε απ’ το σπίτι, μεσάνυχτα, με ξυπόλητα πόδια χωμένα βιαστικά σε βρώμικα παπούτσια κι ένα φούτερ πιο λεπτό απ’ ότι έπρεπε; Φυσούσε. Με τα χέρια στις τσέπες και την κουκούλα σηκωμένη, αλλά ήθελα να νιώσω τον αέρα στο μέτωπό μου, να δροσίσει, λίγο, τον πονοκέφαλο που μου αρνήθηκε τη διαφυγή του ύπνου. Συμπτώματα: τίποτα πια δεν είναι αθώο. Ο πόνος στο κεφάλι, το πιάσιμο στους μυς, βήχας του καπνιστή ή του ιού, και μία κούραση παράξενη, με όλα, κι αυτό το βάρος στο στήθος, πότε ξεκίνησε; Μακριά – απόσταση ασφαλείας. Κι οι αγκαλιές και τα φιλιά: αυτά δεν ήτανε ποτέ αθώα, ξέρετε. Το ξέρετε; Χέρια μπλεγμένα, δάχτυλα, το πρόσωπό σου να χωράει στην καμπύλη ενός λαιμού, κορμιά που φτιάχνουν νέα σχήματα – ποτέ δεν ήτανε αθώα. Αυτά που πάντα μας κρατούσαν ξάγρυπνους τα βράδια και να περιφερόμαστε στο σχήμα του απείρου, ψάχνοντας: τί;

Αυτά θα ήταν που με βγάλαν απ’ το σπίτι μες το βράδυ. Μα δε χωρούσα στην αυλή της εκκλησίας. Έκατσα λίγο στο πεζούλι, σώμα στραμμένο στο βουνό, στο μοναστήρι το θαμπό στην κορυφή του, αλλά όχι. Δεν ήταν εκεί. Κι από την εκκλησία μέσα ένα φως να τρεμοπαίζει (κάποιος φροντίζει πάντα να ανάβει το καντήλι), μα δε μπήκα. Το σκέφτηκα, να μπω ν’ ανάψω ένα κερί, να υποδυθώ ένα ρόλο που δίνει ανακούφιση σε τόσους άλλους, αλλά όχι. Δεν είναι εκεί αυτά που ψάχνω. Ένα κορμί όταν φοβάσαι τα συμπτώματα ζωής εξίσου και θανάτου, ένα κορμί αλλουνού αλλά δικό σου να σπρωχτείς απάνω του. Όσο κοντά μπορείς μέχρι να φτιάξετε άλλο σχήμα. Οι αγκαλιές που ήταν πάντα επικίνδυνες, και δεν το ξέραμε. Κι όταν μας λένε όχι, πόσο λείπουν.

Εχθές συνάντησα μια φίλη, μετά από μέρες – δεν ξέρω πόσες – καραντίνας. Αγκαλιαστήκαμε παράνομα, αποφασισμένες· με πρόσωπα στραμμένα αντίθετα, συμμετρικά, αλλά σφιχτά, τόσο σφιχτά σα να κρεμόταν η ζωή μας από μία αγκαλιά. Κι έτσι ήταν πάντα, μα δεν το ξέραμε. Ότι κρεμόμαστε ο ένας απ΄ τον άλλον, ότι κρατιόμαστε για να κρατηθούμε. Ότι κρατάμε ο ένας τον άλλον στη ζωή. Κι όσα τα λόγια και να πούμε, δεν είναι δάχτυλα μπλεγμένα. Όσο υπέροχα και παρηγορητικά, τίποτα δεν αντικαθιστά το άγγιγμα. Πόσες φορές είπαμε «έλα» αντί να πάμε, και σπαταλούσαμε αγκαλιές σα να ‘μασταν ανέκαθεν σε καραντίνα.

Κι ο έρωτας; Ποιος έρωτας; Δεν είναι αυτό το θέμα. Είναι πως είναι σύμπτωμα ζωής, είναι πως είμαστε κορμιά που τρέμουν και πονάνε από ανάγκη, επιθυμία που βιάζεται, που χρειάζεται να γίνει επαφή, όσο κοντά μπορούμε, πιο κοντά, γιατί είμαστε φτιαγμένοι για να χωράμε ο ένας μέσα στον άλλον. Για μια στιγμή, για το άπειρο – δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι να τον νιώσουμε, παντού, κι η αναπνοή μας να μπλεχτεί με την αναπνοή του άλλου. Πόσες αναπνοές ξοδέψαμε τότε που δε φοβόμασταν – θυμάστε; Δεν πάει καιρός από την άλλη μας ζωή, μέρες ακόμα (αν και δεν ξέρω πόσες, πια) που δε φοβόμασταν κι είμασταν τόσο φοβισμένοι. Και που πεθαίναμε μονάχοι μας, μες το κορμί του ο καθένας, σε απόσταση, γιατί δεν ξέραμε πως είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.

Κι ήτανε μέρες πριν, όχι πολλές, κάπου στο μεταίχμιο της άλλης μας ζωής κι αυτής που ζούμε τώρα, τότε που ν’ αγκαλιάζεσαι παράνομα ήταν αστείο ακόμα, που αγκάλιασα έναν άντρα. Που με πήρε ένας άντρας στην αγκαλιά του, που του έκανα χώρο μέσα μου να μπει, και είμασταν σώματα που σπρώχνονται τόσα κοντά που κάνουν άλλο σχήμα. Για μια στιγμή στο άπειρο, προσωρινά, ως σύμπτωμα του φόβου που πλησίαζε ή της ζωής της άλλης, πριν, που αποτραβιόταν, ή της ανάγκης της αρχαίας για λίγο κίνδυνο ή της ακόμα πιο αρχαίας που θυμάται πως πρώτα είμασταν κορμιά – δεν έχει σημασία. Ποιος έρωτας; Ποτέ δεν ήτανε το θέμα τί θα πεις και πώς, ποτέ δεν ήταν σε λόγια κι ορισμούς αυτά που ψάχνουμε όταν περιφερόμαστε μονάχοι μας τα βράδια: μόνο στιγμές που αγγίξαμε τον άλλον και μας άγγιξε, που βρέθηκαν δυο σώματα μαζί σε κάποια συνεννόηση πρωτόγονη, σε ένα τώρα που απ’ τη φύση του δε θα διαρκέσει, και δε χρειάζεται. Φτάνει που είμασταν εκεί – αν είμασταν, αν αφεθήκαμε να είμαστε. Φτάνει που βρέθηκα εκεί, σ’ εκείνο το μεταίχμιο, που αφέθηκα στην αγκαλιά ενός άντρα, που αφέθηκα να νιώσω πράγματα που ακόμα δεν τ’ αλλοίωσαν οι λέξεις· φτάνει. Γιατί – πώς δεν το ξέραμε; – τώρα που απαγορεύτηκαν οι αγκαλιές και μείναν μόνο οι λέξεις, είμαστε πιο χαμένοι από ποτέ. Γιατί όσο κι αν ψάχνουμε σε λόγια κι ορισμούς και άδειες εκκλησίες, μόνο στ’ αγγίγματα βρισκόμαστε. Κι οι αγκαλιές ήτανε πάντα επικίνδυνες: γι’ αυτό έχουν αξία.

Τί ψάχνουμε; Παρηγοριά, ασφάλεια, κάποια παρέα για να σπάει τη μοναξιά μας, σχήματα που χωράν τους φόβους μας, επιβεβαίωση πως είμαστε, υπάρχουμε, έρωτες για να δικαιολογούν τις πρώιμες ανάγκες του κορμιού μας: κάποιον να μας κρατάει. Εκεί, στο κυριολεκτικό, βρισκόμαστε. Εκεί, από πάντα, τελικά, σ’ αγγίγματα και δάχτυλα μπλεγμένα, και σε κορμιά που κάνουν σχήματα αλλόκοτα ξεχνώντας, για ένα τώρα, τα όρια τους, και σ’ αγκαλιές που δεν μπορείς να μην τις δώσεις, κι ας είναι επικίνδυνες, κι ας έχεις βήχα ή συμπτώματα από έρωτα, εκεί. Εκεί βρισκόμαστε, εκεί είναι όλα όσα ψάχνουμε. Στο να πλησιάσεις, χωρίς λόγια, κάποιον άλλον, και να τον πάρεις αγκαλιά. Να τον κρατήσεις. Όσο κρατάει η στιγμή. Έτσι κρατιόμαστε.