Λάθος τόπος δεν υπάρχει

Απόψε είναι γιορτή, κι έβαλα δυνατά στο καινούργιο μου ηχείο Μαζωνάκη και τραγουδούσα πως έγινα πάλι κακό παιδί και κουνιόμουν και κάπως ρυθμικά, αλλά προσεχτικά, γιατί κατάφερα ένα καλό διάστρεμμα στο δεξί μου πόδι κι είναι όλες οι αποχρώσεις του μωβ. Χάος: δεν ακούω Μαζωνάκη. Ξέρω ένα τραγούδι του, αυτό, που του ΄πανε να φύγει από το μαγαζί· δύο, εάν μετρήσω κι εκείνο που έβαζε συνεχώς η Κατερίνα πρόπερσι το χειμώνα, αλλά δεν ξέρω πώς το λένε. Αλλά είναι γιορτή απόψε, κι αφού γιορτάζω κάτι που δεν είχα φανταστεί ποτέ πως θα ήταν αφορμή για εορτασμό, γιατί να μην το κάνω τραγουδώντας Μαζωνάκη; Τίποτα πια δεν είναι παράξενο. Κι αν είναι, δε με παραξενεύει. Ίσως να ‘ναι κάποιου είδους ολοκλήρωση, αυτό. Ένα πλήρωμα. Ένα τέλος.

Κάτι, σίγουρα, θα ‘χει τελειώσει, γιατί κάτι ξεκίνησε σήμερα και κάπου πρέπει να βρήκε χώρο για να στεριώσει. Τόπο, όπως κι εγώ. Έλεγα αυτές τις μέρες πως δε με χωράει ο τόπος, γιατί με το πόδι μου πρησμένο και δεμένο δε μπορούσα να πάω πουθενά, κι ο γιατρός είπε να μην το πατήσω για 24 ώρες και κόντεψα να τρελαθώ μέσα στο σπίτι. Αλλά ο τόπος άνοιξε, μια σχισμή, να με χωρέσει κι έγινα, σήμερα, δημότης Σίφνου.

Και θέλω να μείνω εδώ, για μια στιγμή. Στο τι σημαίνει αυτό. Αυτό που ως τώρα δε θέλησα ποτέ, κι όμως, όπως μου λέει ο φίλος μου ο Γιώργος, αποτελεί πρωτόγονη ανάγκη: το να ανήκεις. Αυτό που ως τώρα ποτέ δεν είχα επιδιώξει, ενεργά, που ίσως το ‘θελα στο βάθος, στο επίπεδο του ενστίκτου, αλλά το απαρνιόμουν από πείσμα – αν δε με θέτε μία εσείς, εγώ δε σας θέλω δέκα: το κοριτσάκι που δεν είχε τόπο πουθενά. Που πάντα έλειπε από κάπου κι όπου κι αν ήταν κάτι της έλειπε, και που παρ’ όλα αυτά, παράδοξα, γυρνούσε ξανά και ξανά να πιαστεί από εκείνο το στίχο των Βeatles, there’s nowhere you can be that isn’t where you’re meant to be – ουσιαστικά, πως λάθος τόπος δεν υπάρχει, όπου και να βρεθείς. Κι ίσως να ήταν και εν μέρει – εν πολλοίς – αληθινό: να ‘ταν εξίσου έντονη η ανάγκη μου για ανεξαρτησία, να μην κρατιέμαι πουθενά, να μη με κρατάει τίποτα, η ελευθερία του να ‘σαι λυτός, ξεπαστούρωτος, και να πηδάς τις μάντρες όποτε θέλεις. Κι ας σου αρέσει το χωράφι που σε βάλανε, κι ας είναι εύφορο αρκετά – να ‘χεις πάντα την επιλογή. Κι ίσως γι’ αυτό να μην προσπάθησα ποτέ, πραγματικά, να ανήκω. Γιατί το «ανήκω» έχει δύο έννοιες, τουλάχιστον: ασφάλεια και δέσμευση. Απώλεια και κέρδος. Ανήκω είναι να σε κρατάει κάτι, κάπου, κι εγώ δεν είχα βρει ποτέ τόπο να με χωρέσει.

Τι άλλαξε, λοιπόν, και βρέθηκα να επιζητώ, να αιτούμαι να ανήκω; Να θέλω εγώ, η άδετη, αυτό το τόσο ευτελές, συμβατικό, κοινότυπο (δικά μου λόγια, πρώιμα, όσο και η ανάγκη που τα καταρρίπτει): να θέλω κάπου να δεθώ, να με κρατήσει κάτι, να χωρέσω; Η εύκολη απάντηση θα ‘ταν πως άλλαξα εγώ, αλλά μου φαίνεται πως τελικά εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν. Είναι μια αυταπάτη, όπως πολλά, όπως η ανεξαρτησία που αξιώνω. Είναι κι αυτή στο τέλος κράτημα και περιορισμός, αν γίνεται επιταγή και πείσμα, αν βλέπεις μάντρες γύρω σου παντού κι όχι χωράφια να βοσκήσεις. Για ποια ανεξαρτησία, όταν στο μονοπάτι που ‘χεις περπατήσει χίλιες φορές, απρόσεχτα και βιαστικά και με βροχή και με τα μάτια σου στο κινητό, χίλιες και μία και σκοντάφτεις ξαφνικά και σου γυρνάει το πόδι, και από το τίποτα βρίσκεσαι στο σπίτι εγκλωβισμένη, ανήμπορη, να περιμένεις το Γιάννη να σου φέρει πιτσίνια, μια σακούλα γεμάτη, γιατί αυτά, και μόνο αυτά, σου είναι τελείως απαραίτητα για να αντέξεις τις ατελείωτες ώρες ανάρρωσης στον καναπέ; Η ανεξαρτησία τόσο εύκολα χάνεται, έτσι γλιστράει, ανύποπτα, σαν το πόδι στο σοκάκι. Κι ίσως «ανήκω» να σημαίνει πως έχεις κάποιον να σου φέρει πιτσίνια μες τη βροχή. Κι ας μην τα χρειάζεσαι. Και να μη ντρέπεσαι να τα ζητήσεις.

Και τι σημαίνει, εν τέλει, άλλαξα; Που έβαλα ένα τραγούδι του Μαζωνάκη και που δακρύζω όταν ακούω «Τ’ αέρι», εγώ που άκουγα μόνο Τρύπες και Beatles και τις εναλλακτικές κιθάρες του Μάντσεστερ; Που έχω κότες στην αυλή, εγώ που είχα όλο το Λονδίνο για αυλή μου; Που είναι τα χέρια μου σμπαράλια επειδή σκαλίζω τα χώματα στον κήπο χωρίς γάντια· τα ίδια χέρια που πληκτρολογούν λογοτεχνίες στο MacBook; Που θέλησα, που ζήτησα, να εκδοθεί ένα χαρτί να λέει πως είναι ο τόπος μου η Σίφνος; Που «αλήθεια, δε σε ξέρω πια. Δε σε αναγνωρίζω»; Άλλο αυτό: ούτε κι εγώ με ήξερα, αλήθεια. Αλλά δεν άλλαξα, είμαι ό,τι ήμουν από πάντα, κι όλα υπήρχαν, εν δυνάμει ή σε λανθάνουσα, τα πρώιμα και τα πρωτοποριακά, η ανεξαρτησία και η ανάγκη, τα πείσματα κι οι αλήθειες μου, τα ένστικτα κι οι μαθημένοι τρόποι, τόποι και ατοπίες και τα κοινότυπα και τα συμβατικά κι η επανάσταση με ή χωρίς αιτία, το χάος κι ο Μαζωνάκης κι η ταξιδιάρα η ψυχή που βρήκε κάπου να στεριώσει. Ηρεμία, τάξη και ασφάλεια. Όλα. Δεν άλλαξα· κανείς μας δεν αλλάζει στην ουσία του. Ίσως απλά, με τον καιρό, αναγνωρίζουμε σιγά-σιγά τον εαυτό μας, χωρίς να μας παραξενεύουν πια οι αντιφάσεις. Ώστε να μην εγκλωβιζόμαστε ούτε σε μάντρες νοητές ούτε σ’ ελευθερίες που ποτέ δε στερηθήκαμε. Ίσως, με τον καιρό, αναγνωρίζουμε πως όλα είναι επιλογές και λάθος τόπος δεν υπάρχει, ούτε ανάγκη λάθος κι ευτελής, άμα τη νιώθουμε. Για να μπορέσουμε μια μέρα, τυχαία, ας πούμε του Οκτώβρη, να πάμε τρεις φορές στο δήμο στη σειρά, επίμονα, χωρίς ντροπή, ώσπου να πει ο άνθρωπος εκεί «γράψτηνα, να τελειώνουμε» και να ‘ναι λόγος για γιορτή, με Μαζωνάκη και britpop και τα βιολιά της Σίφνου.

Στον Αρτεμώνα, στο Σταυρί, στα Ξάμπελα, στο Κάστρο. Θέλω να μείνω εδώ. Κι αυτό κάτι σημαίνει.

Βουνά, και φίλοι

IMG-1651

Πρωί Δευτέρας. Όγδοη ημέρας καραντίνας, εικοστή-τρίτη (νομίζω) του λοκντάουν. Πίνω τον καφέ μου στην αυλή, στην πεζούλα, με την πλάτη μου στην ανατολή, και κοιτάω το βουνό. Ακούω πίσω μου κάτι να σαλεύει, κι είναι ο Γιάννης, με φόντο τον ήλιο που σηκώνεται, εκτυφλωτικός, στο διπλανό οικόπεδο με το παλιό λιοτρίβι, εκεί που έχει την κατσίκα με τα δυο μικρά. Διασχίζω καλπάζοντας τον κήπο, με τις κάλτσες, μέσα από χόρτα που μου φτάνουν τουλάχιστον ως τη μέση. Και φίδια να κρύβουν, δε με νοιάζει: άνθρωπος!
    «Καλημέρα!» μου φωνάζει.
    «Κάτσε να ρθω κοντά να σ’ αντικρύσω,» απαντάω. Θέλω να ριχτώ πάνω απ’ τον τοίχο και να τον αγκαλιάσω – δεν έχω δει, δεν έχω αγγίξει άνθρωπο για μια ολόκληρη εβδομάδα – αλλά τηρώ τις αποστάσεις: εκείνος απ’ τη μια μεριά της ξερολιθιάς, εγώ από την άλλη. Τον κοιτάω όπως κοιτούσα πριν το μοναστήρι στην κορυφή του βουνού, σα να ‘ναι θαύμα: άνθρωπος, φίλος μου, εν κινήσει, μπροστά στα μάτια μου, να μου μιλάει. Ψάχνει κάτι σίδερα για να φράξει το χώρο, να μην ξεφύγουν οι κατσίκες, κι εγώ τον κοιτάω.

Μετά, λίγο αργότερα, βάζω ρούχα και παπούτσια, χτυπάω μια Μετακίνηση 6, και παίρνω τα βουνά. Δεν αντέχω άλλο, είναι ανάγκη. Στο ανέβασμα, στην αρχή του μονοπατιού, κουράζομαι, πιο πολύ από κανονικά. Με πονάνε διάφορα κι η αναπνοή μου κάπου σκαλώνει στο στήθος· δε νιώθω κανονικά. Δεν ξέρω αν είναι συμπτώματα του ιού ή της νέας εξωπραγματικότητας που πάει, όσο περνάει ο καιρός, να γίνει μια νέα κανονικότητα, όπου τίποτα δεν είναι κανονικό. Έχω βάλει και τα γυαλιά μου, της μυωπίας, για να βλέπω μπροστά μην μου την πέσει καμιά οχιά, μέρες που είναι, και θολώνουν οι φακοί απ’ την προσπάθεια και τον ιδρώτα – μα ανεβαίνω. Σε λίγο θα φτάσω στο ίσιωμα και θα ‘ναι πιο εύκολη η διαδρομή.

Έχω καιρό να έρθω από δω, και οι τουρίστες της άνοιξης, οι περιπατητές με τα μπαστούνια και τους χάρτες, λείπουν κι αυτοί. Το μονοπάτι, απάτητο, χάνεται κατά τόπους μέσα στα χόρτα και τα λουλούδια, πνίγεται, αλλά εγώ εδώ αναπνέω ελεύθερα, εδώ, για πρώτη φορά μετά από μέρες, παίρνω αναπνοή. Άμα δεν ήξερες ίσως χανόσουν, μα εγώ ξέρω. Τα πόδια μου βρίσκουν από μόνα τους τα πατήματα, κι εγώ κοιτάω μπροστά, μακριά, να μη μ’ αιφνιδιάσουν οι οχιές. Δεν έχει και σήμα εδώ το κινητό, μες την κοιλάδα της Σκάφης.

Στον Άη Στάθη, ανοίγω πρώτα διάπλατα την πόρτα της εκκλησίας, να πάρει αέρα, και γράφω το όνομά μου στο βιβλίο. Μετά, με το κλειδί, κατεβαίνω στο κουζινάκι και φτιάχνω καφέ. Τον πίνω στην αυλή, στο πέτρινο τραπέζι, και κοιτάω τώρα το βουνό, το μοναστήρι του Άη Νηλιά, από αλλού. Νιώθω το σώμα μου ν’ αφήνεται στις χλιαρές πέτρες της πεζούλας, στη δροσιά του τοίχου στην πλάτη μου, στο άγγιγμα του ήλιου, όπου του δείχνω δέρμα. Λίγο και το μυαλό, το σφίξιμο στο στήθος, χαλαρώνουν. Οι σκέψεις ησυχάζουν. Δεν ξέρω από τι αναζητώ παρηγοριά – είναι πολλά, τα διάφορα που με πονάνε – αλλά, αν είναι κάπου που τη βρίσκω, είναι εδώ. Σαν καταφύγιο, το εκκλησάκι αυτό, μέσα στο δάσος απ’ τις φίδες: εδώ, η μοναξιά είναι κατ’ επιλογήν. Γι’ αυτό, μετά, για ευχαριστώ, ανάβω το καντήλι, κι ένα κερί, μοναχικό κι αυτό, στην άδεια εκκλησία.

Στα κατακάθια του καφέ, στο δεύτερο τσιγάρο, στην ησυχία του βουνού: φωνή παππού, πατήματα γαϊδάρου, αφανείς, καθώς διαπραγματεύονται – όχι και τόσο συνεργατικά – το μονοπάτι στον κατήφορο. «Ουίς! Έχεις το διάολο μέσα σου! Πάνω στο σκίνο! Οουυυ Γαμώ το σταυρό σου για ζωντανό, εν πάει από κει!» Γελάω. Μια στιγμή κανονικότητας που επιμένει, στα μονοπάτια της Σκάφης, που μπορεί ακόμα να προσποιηθεί πως δεν την άγγιξε κανένας κορονοϊός, που σ’ αφήνει να ξεχνιέσαι. Αλλά μετά, αμέσως, σκέφτομαι πως πρέπει να πλύνω το φλυτζάνι μου καλά, καλύτερα από κανονικά, και να απολυμάνω ό,τι έπιασα στην κουζίνα, και θυμάμαι: πως η κανονικότητα είναι άλλη, τώρα πια. Αφήνω ν’ απομακρυνθούν, γάιδαρος και παππούς, πριν σηκωθώ να καθαρίσω και να φύγω. Πίσω στην άλλη μοναξιά, άλλη μια μέρα καραντίνας.

Στιγμές, τότε και τώρα, πάντα. Παρηγοριά απ’ όλα αυτά που μας πονάνε, όπου τη βρίσκουμε, όπως μπορούμε. Και λίγο να ησυχάζουνε οι σκέψεις μας και ν’ αναπνέουμε ελεύθερα, στα μονοπάτια τα απάτητα και τα χιλιοπερπατημένα. Και να ξεχνιόμαστε, αλλά να μην ξεχνάμε. Ό,τι κι αν είναι το κανονικό, όπως και να κατασταλάξει: ότι είναι θαύμα πως υπάρχουνε βουνά, και φίλοι, να κοιτάμε.

Καβαλώντας μηχανές στα πλαγιαστά

b8d706235563cb20d294f46c97ac1aff

Έχετε ακούσει για το Valentino Rossi; Είναι ο λόγος που o φίλος μου είναι ακόμα ζωντανός.

Ο Valentino Rossi είναι αναβάτης του Moto GP. Αυτό μάλλον το ξέρατε, αλλά εγώ, μέχρι πολύ πρόσφατα, δεν το ήξερα. Δεν ήξερα καν ότι αυτοί οι τύποι ονομάζονται «αναβάτες» κι όχι «οδηγοί» – έπρεπε να το ψάξω στο Google. Δεν ξέρω καλά-καλά το Moto GP τί είναι, εκτός του ότι έχει διάφορους τρελλούς που καβαλάνε μηχανές, συνήθως πλαγιαστά, με ταχύτητες που δεν μπορώ καν να συλλάβω, και η συχνότητα με την οποία εκτοξεύονται απ’ τις μηχανές τους ή βγαίνουν απ’ την πορεία τους ή παίρνουν φωτιά με κάνει να αναρωτιέμαι πως είναι κανείς τους ακόμα ζωντανός. Αλλά είναι, όπως και ο φίλος μου.

Ο Rossi πάντως είναι καλός, αυτό το ξέρω. Δεν έχει φόβο πάνω στη μηχανή, δεν έχει δισταγμό.  Έχω ακούσει να τον λένε «ο γέρος» κι αυτό με κάνει να νιώθω μια απροσδιόριστη εγγύτητα, κάτι σαν αλληλεγγύη, γιατί είμαστε περίπου στην ίδια ηλικία κι έχουμε ακόμα κι οι δύο μας να κάνουμε πολλά. Κι ο γέρος αφήνει συστηματικά τους νεότερους ανταγωνιστές του πίσω. Αν ήμουν εγώ στη θέση του, θα έμπαινα στον πειρασμό να τους δείξω κανένα δάχτυλο καθώς περνάω, αλλά ο Rossi δε μου φαίνεται ούτε αλαζονικός ούτε ψωνισμένος. Είναι ένας άνθρωπος που απλά κάνει αυτό που κάνει, και το κάνει καλά. Και το κάνει επίμονα, ότι κι αν συμβεί: μιλάμε για τον τύπο που έσπασε πρόσφατα το πόδι του σε δυο μεριές κατά τη διάρκεια της προπόνησης. «Λυπάμαι για το συμβάν,» είπε (σα να ζητάει συγνώμη). «Τώρα θέλω μόνο να ξανανέβω στη μηχανή μου το συντομότερο δυνατόν». Και το ‘κανε: μέσα σε λίγες βδομάδες είχε επιστρέψει. Εκεί που, χωρίς αμφιβολία, ανήκει.

Είμαι συγγραφέας, και το μυαλό μου τα βλέπει όλα σαν ιστορίες. Να μια ιστορία που μ’ αρέσει: αυτός ο Valentino Rossi, πάντα χαμογελαστός, να κυνηγάει ένα όνειρο που δε θα το φτάσει ποτέ, γιατί κάθε φορά που φτάνει στο τέρμα, εκείνο μετακινείται στον επόμενο αγώνα, στο επόμενο Grand Prix. Να αψηφά το χρόνο και το θάνατο πάνω στη μηχανή του, πλαγιαστά, και να σώζει ζωές. Έχω σκεφτεί να το ψάξω λίγο, να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν – από πού ξεκίνησε και πώς. Πώς πήρε την πρώτη του μηχανή, πόσες φορές ξέφυγαν τα όνειρά του απ’ την πορεία τους και πήραν φωτιά, πόσα εμπόδια ξεπέρασε για να βρεθεί εκεί που είναι. Αλλά μ’ αρέσει η δική μου εκδοχή, η εικόνα που έχω σχηματίσει στο μυαλό μου από δυο-τρεις συνεντεύξεις, μια χούφτα φωτογραφίες κι από αυτά που λέει ο φίλος μου για κείνον. Μ’ αρέσει η αίσθηση που έχω γι’ αυτόν, παράξενα οικείος και πάντα, ακλόνητα θετικός, με το ανοιχτό του πρόσωπο και τις γραμμές που δημιουργούνται από το γέλιο και μια λάμψη στα μάτια του που μου λέει πως έχει το χιούμορ που μ’ αρέσει: την ικανότητα να γελάει με τον εαυτό του. Φαντάζομαι πως θα μπορούσαμε να κάναμε παρέα, εγώ κι ο Rossi, ο Vale, όπως τον αποκάλεσαν οι εκπρόσωποι του φαν κλαμπ (τους έγραψα – τους έστειλα κάτι σε ημι-παρανοϊκό fanmail εξ αγχιστείας, κι είχαν, παρ’ όλα αυτά, την καλοσύνη να μου απαντήσουν) και να ένιωθα πολύ άνετα μαζί του. Δεν έχω όμως καμία επιθυμία προσωπική να γίνει κάτι τέτοιο. Δε θα πήγαινα μακριά, δε θα διάνυα αποστάσεις – κυριολεκτικές ή μεταφορικές – για να τον συναντήσω. Ο Rossi είναι ήρωας για πολλούς, χιλιάδες θαυμαστές που στέκονται στην άκρη της πίστας με τα πρόσωπά τους βαμμένα, να φωνάζουν τ’ όνομά του, να τον ωθούν να πάει μπροστά – κι εγώ είμαι μόνο μια θαυμάστρια εξ αγχιστείας. Αλλά του χρωστάω κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα της αγάπης και της αφοσίωσης που του δίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι καθημερινά, γιατί έσωσε, μάλλον, τη ζωή του φίλου μου.

Μάλλον. Mε τη συμβολική έννοια οπωσδήποτε, παρ’ ότι κυριολεκτικά σώθηκε περισσότερο απ’ το χειρούργο που έφτιαξε την καρδιά του. Επτά ώρες χειρουργείο χωρίς αναισθησία, διότι αυτός ο φίλος μου (ας τον πούμε Κώστα) αρνήθηκε να χειρουργηθεί κοιμισμένος. Είχε μια προηγούμενη συνάντηση με το θάνατο, ένα ατύχημα με μηχανή. Γλίτωσε κι απ’ το πέσιμο κι απ’ το ταξίδι με ελικόπτερο για το νοσοκομείο στην Αθήνα, μόνο και μόνο για να χάσει, παραλίγο, τη ζωή του απ’ την αναισθησία, καθώς δουλεύαν οι γιατροί για να του φτιάξουνε τα κόκκαλα. Το φάρμακο αρνήθηκε, τότε, να τον αφήσει να ξυπνήσει, κι έτσι ο Κώστας αρνήθηκε το φάρμακο, αυτή τη φορά. Επτά ώρες επέμβαση στην καρδιά, να προσπαθεί να μείνει ξύπνιος, να προσπαθεί να μην ενδώσει στο σοκ, να μην αφεθεί. Και ο χειρούργος – ένας ακόμα ήρωας αυτής της ιστορίας – να τον κρατάει όπως μπορεί, να τον κρατάει συνδεδεμένο με μια ζωή που προσπαθούσε συνεχώς να του ξεφύγει, μια ζωή που δεν είχε ζήσει ακόμα, μιλώντας του για μηχανές και για το Valentino Rossi. Το φαντάζεστε, μπορείτε; Εγώ μπορώ, αλλά δε θέλω. Ο Κώστας διηγείται αυτή την ιστορία εύκολα, γιατί είναι δική του και γιατί τέλος καλό, όλα καλά, αλλά για μένα είναι δύσκολο να την ακούω. Με κάθε διήγηση, με κάθε λεπτομέρεια που προσθέτει, καθώς κάθεται δίπλα μου με μάτια να λάμπουν και κόκκινα μάγουλα και χέρια-πόδια να κινούνται ασταμάτητα και το αίμα να κυλάει ρυθμικά στις φλέβες του, πιο ζωντανός από οποιονδήποτε έχω γνωρίσει, όλα χάρη σε μια καρδιά που επισκευάστηκε, εγώ το μόνο που ακούω είναι πόσο κοντά έφτασε στο να μην είναι εδώ καθόλου. Πόσο τρομαχτικό πρέπει να ήταν όλο αυτό.

Το φαντάζεστε; Εικοσιεφτά χρονών και να ‘χει πολλά ακόμα να κάνει, και όμως να ‘ναι ξαπλωμένος οριζόντια, χλωμός κι ακίνητος, σ’ ένα κρεβάτι χειρουργείου – ενώ θα έπρεπε να είναι έξω κι όρθιος, να τρέχει εδώ κι εκεί όπως πάντα, λίγο παράτολμος, λίγο επαναστατημένος, τελείως ξέγνοιαστος, και να τα γράφει όλα στ’ αρχίδια του, και να του είναι ξένα αυτά τα απαίσια μηχανήματα για πολλά, πολλά ακόμα χρόνια. Και να κρατιέται όπως μπορεί από μια ζωή που μόλις έχει αρχίσει, μόνο και μόνο γιατί γεννήθηκε με μια καρδιά που είχε το λάθος σχήμα για να χτυπάει. Όταν το σκέφτομαι, αναδρομικά, χάνει η δική μου η καρδία, η υγιής, για λίγο το ρυθμό της. Κλαίω καθώς τα γράφω αυτά και αν το ήξερε ο Κώστας θα μ’ έβριζε και θα ‘χε δίκιο, γιατί τέλος καλό, όλα καλά, και η καρδία του χτυπάει όπως πρέπει. Θα είχε δίκιο αλλά αναρωτιέμαι, καμιά φορά, γιατί ήταν ανάγκη να ‘ναι τόσο δύσκολο. Γιατί να πρέπει εκείνος να προσπαθήσει τόσο πολύ για να επιβιώσει ενώ εμείς οι άλλοι, οι περισσότεροι, κουτσά-στραβά τη βγάζουμε, χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Γιατί χρειαζόταν να ‘ναι τόσο δυνατός, γιατί χρειαζότανε να μάθει τόσες φορές, τόσο νωρίς, πόσο σκληρά περαστική είναι η ζωή μας, πόσο ελάχιστα κρατιόμαστε απ’ αυτήν. Ενώ θα έπρεπε, δικαιωματικά, να είναι ξέγνοιαστος και να τα γράφει όλα στ’ αρχίδια του.

Δεν ξέρω καν αν πιστεύει σε κάτι, σε τίποτα περισσότερο από την κάθε μέρα που ξυπνάει το πρωί στον κόσμο αυτόν. Δεν ξέρω αν πιστεύει σε θαύματα, παρ’ όλο που είναι λίγο θαύμα ότι ζει. Όχι με τη θρησκευτική έννοια, αλλά από κείνα τα θαύματα που κάνουν οι άνθρωποι, από κείνα που μπορώ ακόμα κι εγώ, η άπιστη, να τα πιστέψω. Το νησί που ζει ο Κώστας έχει για την Αθήνα, τους μη-τουριστικούς μήνες, τρία πλοία την εβδομάδα. Η επέμβαση που χρειαζόταν, άμεσα, στην καρδιά, έπρεπε να γίνει σε ιδιωτικό καρδιολογικό νοσοκομείο της Αθήνας. Με κόστος που η οικογένειά του – η οποιαδήποτε οικογένεια – δε θα μπορούσε άμεσα να καλύψει: χιλιάδες ευρώ σ’ αντάλλαγμα για έναν 27χρονο που είχε ακόμα πολλά να κάνει. Οι άνθρωποι του νησιού κινητοποιήθηκαν και, μέσα σε δύο μέρες, μάζεψαν τα χρήματα για το νοσοκομείο. Κι ενώ οι προσφορές ήταν ανώνυμες και η οικογένεια του Κώστα έκανε ότι μπορούσε για να μην το μάθει ο ίδιος, εκείνος το έμαθε. Κι όταν επέστρεψε στο νησί, με παρακλήσεις και απειλές κατάφερε να πάρει στα χέρια του τη λίστα από τα αρχεία της τράπεζας όπου είχαν γίνει οι δωρεές, όλα τα άτομα που είχαν συνεισφέρει, και πήγε και τους ευχαρίστησε έναν-έναν προσωπικά. Κι αυτός είναι ο άνθρωπος που δε δέχεται να του πεις ευχαριστώ όταν κάνει κάτι για σένα – και κάνει πράγματα, συνέχεια, για πολλούς. Αυτός είναι ο άνθρωπος που τον λέω φίλο μου, και δε θα μπορούσα μάλλον να τον λέω τίποτα αν δεν ήταν όλοι αυτοί, και ο γιατρός του, και ο Valentino Rossi. Εδώ υπάρχει ένα χρέος, δικό μου, γιατί η δική μου η ζωή θα ήτανε πιο άδεια χωρίς εκείνον, και δε θέλω να φανταστώ μια μέρα που να μην ξυπνήσει σ΄ αυτό τον κόσμο το πρωί.

Έχουν ακούσει όλοι ένα ευχαριστώ: ο χειρούργος που τον φρόντισε, οι νοσοκόμοι, οι άνθρωποι του νησιού που έβαλαν το χέρι τους στην τσέπη χωρίς δεύτερη σκέψη – όλοι, εκτός από το Valentino Rossi. Κι ίσως αυτό να είναι από μέρους μου ευχαριστήρια επιστολή, το ημι-παρανοϊκό μου ραβασάκι από μια θαυμάστρια εξ αγχιστείας. Θα ήθελα να σταθώ μπροστά του και να τον ευχαριστήσω προσωπικά, να τον κοιτάξω στα μάτια και να του σφίξω το χέρι. Αλλά υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτή την ευχή και την εκπλήρωσή της και, από εδώ που στέκομαι, σ’ ένα νησί μέσα στη μέση του χειμώνα, είναι μια απόσταση που μόνο οι λέξεις μου μπορούνε να διανύσουν.

Έχω μια φαντασίωση, όμως: πως θα βρεθούν αυτοί οι δύο. Ότι θα εμφανιστεί ο Valentino Rossi στο νησί και θα πάνε με τον Κώστα για ένα ποτό. Χωρίς αλκοόλ, προφανώς, γιατί ξέρετε: καρδιά. Ότι θα εμφανιστεί, έτσι στα ξαφνικά, και θα ‘ναι κάπως σα θαύμα που μπορεί κι ο φίλος μου να το πιστέψει, και να αρχίσει, ύστερα, να πιστεύει και σ’ άλλα πράγματα, σε καλά και θετικά, σε μέρες που ‘ρχονται και είναι όλα εύκολα, και στον εαυτό του, στη δική του δύναμη και αξία. Σε πράγματα πιο μεγάλα από την κάθε μέρα που περνάει στον κόσμο αυτό. Σε πράγματα απίθανα που γίνονται πιθανά, και στο να πιεις ένα ποτό με έναν άνθρωπο που ίσως σου έσωσε τη ζωή. Καμιά φορά αναθεωρώ τη φαντασίωση με λίγη λογική: είναι μακριά για να ‘ρθει ως εδώ ο Valentino, να φτάσει μέχρι το νησί μας στη μέση του πουθενά, και έχει και δουλειές. Θα προσκαλέσει, όμως, τον Κώστα στο χωριό του, την Tavullia (το έψαξα στο ίντερνετ) και θα πιούν το ποτό τους εκεί, και θα μιλάνε για τις πρώτες τους μηχανές και πόσο γρήγορα πηγαίνανε, ή για ότι λένε μεταξύ τους αυτοί οι μηχανόβιοι τέλος πάντων. Σε μια ζωή γεμάτη με απίθανα πράγματα, σε έναν κόσμο γεμάτο ήρωες που δεν τους περιμένεις, είναι πιθανό; Ποια απόσταση θα πρέπει να διανύσω για να γίνει;

Θα ήταν, σκέφτομαι, καλό αν ο Κώστας ήταν ένα μικρό αγοράκι, χαριτωμένο κι αγγελικό και αξιολύπητο, και να μπορούσα να πω «Αχ κύριε Rossi, έλα να δεις τον μικρό Κωστάκη και να τον κάνεις να χαμογελάσει». Θα ‘βγαινε μια πολύ ωραία φωτογραφία και τα λοιπά – τα μίντια θα ενθουσιάζονταν. Αλλά, είτε καλώς είτε κακώς, αυτός ο Κώστας, ο δικός μας, είναι ένας άντρας 30 χρονών με μούσια σαν τρομοκράτης και ένα βλέμμα που, άμα θέλει, σε σκοτώνει, κι είναι συχνά απότομος, συχνά εκνευρισμένος, κι είναι πολύ πιο πιθανό να σε στείλει στο διάολο παρά να σου κάνει κομπλιμέντα, αλλά είναι ο καλύτερος, ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που εγώ έχω συναντήσει, κι αν δεν υπήρχε εδώ για να με βρίζει όταν κάνω μαλακίες, αν είχε γίνει κάτι και δεν υπήρχε, θα πήγαινα στο διάολο μόνη μου, χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δυστυχώς δεν είναι ούτε λίγο αξιολύπητος (ο μικρός Κωστάκης κερδίζει αυτό το γύρο), αλλά έχω την αίσθηση πως ο Valentino, στη δική μου εκδοχή, θα περνούσε καλά μαζί του. Έχω την αίσθηση ότι υπάρχει, ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, κάποια παράξενη εγγύτητα που ξεπερνά τις αποστάσεις που τους χωρίζουν, που φτάνει πιο μακριά από μια αγάπη που μοιράζονται να καβαλάνε μηχανές στα πλαγιαστά και ν’ αψηφούν το θάνατο.

Οπότε, Valentino Rossi: σ’ ευχαριστώ. Σου χρωστάω κάτι που δεν ξεπληρώνεται με λέξεις. Είσαι ένας ήρωας για πολλούς, αλλά τώρα και για μένα. Δε θα με δεις βαμμένη με τα χρώματά σου στις πίστες, αλλά σου εύχομαι να πας πάντα μπροστά και να μη σταματήσεις να τρέχεις πίσω απ’ τα όνειρά σου. Κι αν θέλεις να με ακολουθήσεις σ’ αυτό το ταξίδι ώστε να γράψουμε μαζί ένα απίθανο τέλος γι’ αυτή την ιστορία, δείξε μου την απόσταση κι εγώ θα τη διανύσω.

 


Το κείμενο αυτό είναι η προσπάθειά μου να μεταφράσω το πρωτότυπο, How Valentino Rossi saved a life, το οποίο δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες στο αγγλικό μου blog, 100 days of solitude.